Η γέννηση παιδιών συνδέεται με μειωμένο κίνδυνο θανάτου.

Επιστήμονες ανακάλυψαν σύνδεση μεταξύ αναπαραγωγικών παραγόντων, όπως είναι η απόκτηση παιδιών και ο θηλασμός και μειωμένου κινδύνου θανάτου στις γυναίκες.

Η έρευνα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό BMC Medicine,ανακάλυψε επίσης ότι το ξεκίνημα της εμμήνου ρύσης  πιο αργά  (σε ηλικία άνω των 15 ετών) και η χρήση πόσιμων αντισυλληπτικών συνδέονται με μειωμένο κίνδυνο θανάτου.

Η διεθνής ομάδα πίσω από την εργασία, η οποία διενεργήθηκε υπό την επιδημιολόγο Dr Melissa Merritt από το Imperial College στο Λονδίνο, λένε ότι τα αποτελέσματα μπορούν να βοηθήσουν την επιστημονική κοινότητα να αναπτύξει στρατηγικές βελτίωσης της γυναικείας υγείας.

Η επιστημονική ομάδα ανάλυσε δεδομένα από 322.972 γυναίκες από 10 χώρες (Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Γερμανία, Σουηδία είναι κάποιες από τις χώρες) με μέσο όρο ηλικίας τα 50 χρόνια. Τα στοιχεία προέκυψαν από την ευρωπαϊκή έρευνα για τον καρκίνο και τη διατροφή (European Prospective Investigation into Cancer and Nutrition (EPIC)).

Στο ξεκίνημα της μελέτης οι συμμετέχουσες συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια και συνεντεύξεις σε σχέση με τη διατροφή, τις συνήθειες και το ιατρικό ιστορικό τους. Κάθε γυναίκα παρακολουθήθηκε για ένα διάστημα 12.9 χρόνων κατά μέσο όρο και ο κίνδυνος θανάτου της υπολογίστηκε κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου. Μέσα σε αυτό το διάστημα υπήρξαν 14.383 θάνατοι συνολικά με τους 5.938 να είναι αποτέλεσμα καρκίνου και τους 2404 από ασθένειες του καρδιαγγειακού συστήματος.

Προηγούμενες μελέτες υπέδειξαν την ύπαρξη σύνδεσης μεταξύ προσωπικών αναπαραγωγικών παραγόντων (όπως η πρώτη περίοδος ή ο θηλασμός) και κινδύνου εμφάνισης συγκεκριμένων ασθενειών. Ωστόσο, στην παρούσα μελέτη η ομάδα συνέδεσε μια πληθώρα αναπαραγωγικών παραγόντων με τον κίνδυνο θανάτου από κάποιες κοινές ασθένειες, όπως από καρκίνο του μαστού, εγκεφαλικό και καρδιοπάθεια.

Η ομάδα βρήκε ότι οι γυναίκες που είχαν γεννήσει είχαν 20% μειωμένο κίνδυνο θανάτου σε σχέση με αυτές που δεν είχαν γεννήσει.

Από την πρώτη ομάδα, αυτές που είχαν γεννήσει πολύ νωρίς ή αργά είχαν μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου σε σχέση με τις γυναίκες που γέννησαν σε ηλικία 26-30 ετών. Βρέθηκε, επίσης, ότι υπήρξε μειωμένος κίνδυνος θανάτου (8 %) σε γυναίκες που θήλασαν σε σχέση με αυτές που δεν θήλασαν.

Οι γυναίκες που είχαν την πρώτη τους περίοδο σε ηλικία 15 ετών και μεγαλύτερες είχαν μειωμένο κίνδυνο θανάτου συγκριτικά με εκείνες που είχαν την πρώτη τους περίοδο σε ηλικία μικρότερη των 12 ετών . Μειωμένος κίνδυνος θανάτου φάνηκε επίσης στις γυναίκες που είχαν πάρει αντισυλληπτικά πόσιμα (και δεν ήταν καπνίστριες ή πρώην καπνίστριες).

Ο κίνδυνος θανάτου από καρκίνο ήταν χαμηλότερος σε όσες είχαν γεννήσει σε σχέση με αυτές που δεν είχαν. Μέσα σε αυτή την ομάδα ο κίνδυνος ήταν επιπλέον μειωμένος στις γυναίκες που γέννησαν 2 ή 3 παιδιά σε σχέση με αυτές που γέννησαν ένα.

Όσον αφορά στον κίνδυνο θανάτου από παθήσεις του καρδιαγγειακού συστήματος, όπως η καρδιοπάθεια και το εγκεφαλικό βρέθηκε ότι τα ακόλουθα χαρακτηριστικά συνδέθηκαν με μειωμένο κίνδυνο: το να έχει γεννήσει μια γυναίκα, να έχει θηλάσει και να είχε την πρώτη της έμμηνο ρύση στην ηλικία των 15 ετών ή μεγαλύτερη. Μια υπο-ανάλυση βρήκε μια σύνδεση μεταξύ γυναικών που έχουν γεννήσει και θηλάσει και μειωμένου κινδύνου θανάτου από ισχαιμική καρδιοπάθεια. Η ομάδα έλεγξε τους παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη θνησιμότητα , όπως τον δείκτη μάζας σώματος, το κάπνισμα και τα επίπεδα φυσικής άσκησης.

Η Dr Merritt, είπε: «Παρατηρήσαμε ότι διάφοροι αναπαραγωγικοί παράγοντες συνδέονται με ένα σημαντικά χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου. Αυτοί οι παράγοντες μπορεί να επηρεάσουν την μακροπρόθεσμη υγεία των γυναικών.»

«Ορμονικοί μηχανισμοί μπορεί να εξηγήσουν τον μικρότερο κίνδυνο θανάτου που παρατηρήσαμε λόγω του θηλασμού, του τοκετού, των αντισυλληπτικών και αυτοί οι παράγοντες συνδέονται με αλλαγές στα επίπεδα ορμονών.»

«Εξαιτίας του γεγονότος ότι η συγκεκριμένη έρευνα ήταν έρευνα παρατήρησης  δεν αποδεικνύει ότι αυτοί οι παράγοντες ( ο θηλασμός, ο τοκετός) μειώνουν κατευθείαν τον κίνδυνο θανάτου. Περισσότερο υποδεικνύει ότι μπορεί να υπάρχει μια σχέση μεταξύ αυτών των παραγόντων και του μειωμένου κινδύνου θανάτου. Συνεπώς, απαιτούνται περισσότερες έρευνες για να διερευνηθεί αυτή η σχέση και οι μηχανισμοί που συνδέουν αυτούς τους κινδύνους.»

 Πηγή : http://www3.imperial.ac.uk/

Φωτογραφία : Mom’s hand by Serge Melki on Flickr

 

 

Μοιραστείτε το