Γιατί η αύξηση της κορτιζόλης έχει σημασία για την ανάπτυξη του βρέφους

Πριν από κάποια χρόνια εμφανίστηκε μια προκαταρκτική έρευνα που εξέταζε την αύξηση κορτιζόλης σε βρέφη που  δέχονταν εκπαίδευση ύπνου [1]. Βλέπετε, εδώ και χρόνια ο κόσμος προσπαθούσε να υποστηρίξει ότι τα βρέφη δεν βίωναν κανενός είδους  δυσφορία κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης ύπνου. Το μόνο που ίσχυε ήταν ότι απλά διαμαρτύρονταν και δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα να μένουν μόνα τους κλαίγοντας. Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι κατά μέσο όρο, τα βρέφη (όλα τα μωρά ήταν κάτω των 12 μηνών αλλά είχαν ηλικιακές διαβαθμίσεις από 4- 10 μηνών) παρουσίαζαν υψηλά επίπεδα κορτιζόλης στο αίμα τους κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης ύπνου, αλλά κυρίως, είχαν ανεβασμένα επίπεδα φυσικής-βιολογικής δυσφορίας πολλές μέρες αργότερα, όταν δεν έκλαιγαν. Με λίγα λόγια, τα βρέφη είχαν σταματήσει να κλαίνε μέχρι να αποκοιμηθούν αλλά βίωναν ένταση και δυσφορία. Το πιο σημαντικό είναι ότι οι μητέρες και τα μωρά τους είχαν χάσει τον συγχρονισμό, τον φυσικό δεσμό μεταξύ μητέρας -παιδιού, τον δεσμό που επιτρέπει στις μητέρες να βοηθήσουν τα μωρά τους να ηρεμήσουν όταν είναι ταραγμένα, τον δεσμό που συνδέεται με το είδος της προσκόλλησης.

Όσοι είναι ενάντια στις μεθόδους εκπαίδευσης ύπνου χρησιμοποίησαν αυτή την έρευνα για να επιχειρηματολογήσουν υπέρ της άποψής τους, αλλά, η έρευνα είχε αρκετούς περιορισμούς και για αυτόν ακριβώς τον λόγο την ονομάσαμε προκαταρκτική. Για περισσότερα σε σχέση με την έρευνα και την ερμηνεία της δείτε εδώ

Όλοι γνωρίζουμε ότι τα υψηλά επίπεδα κορτιζόλης για μεγάλο χρονικό διάστημα προκαλούν προβλήματα στην ανάπτυξη του εγκεφάλου. Το υπερβολικό στρες κατά τη διάρκεια της βρεφικής ηλικίας είναι κάτι τρομερό. Το ερώτημα που τίθεται, όμως, είναι πόσο αγχογόνος είναι η εκπαίδευση ύπνου; Είναι ένα είδος παραμέλησης ακόμα και αν γίνεται «από αγάπη». Αφού εμφανίστηκε η προαναφερθείσα έρευνα η συζήτηση μετατοπίστηκε από την ιδέα ότι η εκπαίδευση ύπνου δεν κάνει κακό στην επίγνωση ότι η εκπαίδευση ύπνου οδηγεί σε υψηλά επίπεδα κορτιζόλης.  Τα μωρά μπορεί να έχουν απότομες αυξήσεις των επιπέδων κορτιζόλης κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης ύπνου όπως όλοι έχουμε απότομες αυξήσεις στα επίπεδα κορτιζόλης λόγω του στρες. Μάλιστα, κάποιοι υποστήριξαν ότι το να βιώνουμε εμπειρίες που προκαλούν άγχος είναι σχετικά ωφέλιμο γιατί μια παροδική ενίσχυση της κορτιζόλης πότε πότε μας κάνει καλό καθώς τα χαμηλά επίπεδα κορτιζόλης είναι επίσης προβληματικά.

Ακούγεται ωραίο, έτσι; Τα μωρά μας βιώνουν κάτι που βιώνουμε όλοι χωρίς να πάθουν κάποια ζημιά και πρέπει να το συνηθίσουν για να επιβιώσουν σε αυτόν τον κόσμο και να προσαρμοστούν. Λίγη κορτιζόλη δεν έβλαψε ποτέ κανέναν, έτσι δεν είναι; Υπάρχει ένα πρόβλημα με αυτή τη φιλοσοφία, όμως, και πρέπει να συζητηθεί: η περίοδος της υπό-απόκρισης. Τι είναι η περίοδος της υπό-απόκρισης;

Basic_HPA_Axis2-300x224

 

Αυτή η περίοδος πρωτοανιχνεύτηκε στα τρωκτικά και μετά φάνηκε ότι εμφανίζεται με τον ίδιο τρόπο και στα ανθρώπινα βρέφη. Με λίγα λόγια, έχει να κάνει με μια χρονική περίοδο στην ανάπτυξη κατά την οποία είναι δύσκολο να αποσπαστεί μια απόκριση από τον εγκεφαλικό φλοιό ενός βρέφους που ανήκει στην κατηγορία του ασφαλούς δεσμού ( ο ανασφαλής δεσμός συνδέεται με αυξημένα επίπεδα κορτιζόλης που σχετίζονται με ποικίλες καταστάσεις)[2][3].  Για τα βρέφη, αυτή η περίοδος ξεκινάει στην ηλικία των 2 μηνών περίπου και εξελίσσεται κατά τη διάρκεια όλου του πρώτου χρόνου με τα βρέφη να δείχνουν μια  πολύ έντονη υπο-απόκριση στην ηλικία του 1 έτους (συχνά νωρίτερα) και με ημερομηνία λήξης άγνωστη, μέχρι στιγμής. Συγκεκριμένα, οι συνήθεις δείκτες ήπιου ως μέτριου στρες ( στην περίπτωση των ανθρώπινων βρεφών είναι οι εμβολιασμοί, οι οποίοι είναι αρκετά επώδυνοι) θα συνεχίσουν να οδηγούν σε μια αντίδραση κλάματος , αλλά, δε θα συνδέονται με καμία άνοδο των επιπέδων της κορτιζόλης. Συνεπώς, υπάρχει μια συμπεριφοριστική-βιολογική ασυνέπεια που προκύπτει από αυτήν την περίοδο της υπο-απόκρισης.

Πιο σημαντικό ακόμα, μια συμπεριφορά που  όντως αποσπά μια απόκριση κορτιζόλης είναι ο αποχωρισμός από τους γονείς ή όποιον φροντίζει το παιδί καθώς είμαστε εμείς, οι γονείς που βοηθάμε τα μωρά να αντέξουν επώδυνες καταστάσεις.[4].  Συγκεκριμένα, σε μια έρευνα, βρέφη 9 μηνών με ασφαλή δεσμό  δεν έδειξαν αύξηση στα επίπεδα της κορτιζόλης για περίπου 30 λεπτά όταν αποχωρίστηκαν από τη μητέρα τους αλλά αφέθηκαν με μία ή έναν babysitter που ανταποκρινόταν στις ανάγκες και στη δυσφορία τους [5].  Αν, όμως ο-η babysitter  δεν ανταποκρινόταν υπήρχε σημαντική αύξηση κορτιζόλης. Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί η υπο-απόκριση αποκτάται μέσω κοινωνικής διαμεσολάβησης -τα παιδιά μας χρειάζονται εμάς για να εξομαλύνουμε, να ρυθμίσουμε την απόκριση του εγκεφαλικού φλοιού.[2-4].  Η ανταπόκριση από την πλευρά μας είναι σημαντική και περιλαμβάνει την αντίδρασή μας και τη βοήθειά μας προς το παιδί. Δείτε τις επιπτώσεις του ανέκφραστου προσώπου στην ψυχοσύνθεση των παιδιών αν πιστεύετε ότι το να κάθεστε και να μην ανταποκρίνεστε μπορεί να βοηθήσει. Μπορεί ακόμα να αναρωτιέστε γιατί να ενδιαφερόμαστε για προσωρινές αυξήσεις στα επίπεδα κορτιζόλης αφού δεν είναι τόσο σοβαρές ώστε να εμπίπτουν στην κατηγορία της παραμέλησης;

Το εξελικτικό δίλημμα

Εδώ ακριβώς είναι που φτάνουμε στο εξελικτικό δίλημμα : Για να έχουν τα βρέφη μια περίοδο υπο-απόκρισης σημαίνει προφανώς ότι υπάρχει ένας σοβαρός αναπτυξιακός λόγος. Αν και δεν γνωρίζουμε ακριβώς ποιος είναι, έχουμε αρκετούς λόγους να θεωρούμε ότι σχετίζεται με τη νευρολογική μας ανάπτυξη. Ας εξηγήσουμε πιο αναλυτικά.

Πρέπει να ξεκινήσουμε με την επίγνωση ότι το υπερβολικό στρες και οι μακρόχρονες περίοδοι εμφάνισης αυξημένων επιπέδων κορτιζόλης επηρεάζουν με αρνητικό τρόπο την νευρολογική ανάπτυξη. Παρατηρούμε προβλήματα στην ανάπτυξη της λευκής ουσίας του εγκεφάλου σε περιπτώσεις σοβαρής αμέλειας [7], αρνητικές επιπτώσεις στον ιππόκαμπο και την αμυγδαλή (τις εγκεφαλικές δομές που σχετίζονται με τη μνήμη και το συναίσθημα)[8], καθώς και εγκεφαλική συρρίκνωση λόγω της έλλειψης αγάπης[9], αλλά ακόμα και σε λιγότερο σοβαρές συνθήκες μπορούμε να δούμε αυτό που ονομάζουμε «προφιλ αντιδραστικό στο στρες» (“stress-reactive profile”) στο οποίο το παιδί αναπτύσσει μια πολύ έντονη απόκριση στο στρες[4].  Εξελικτικά, όλο αυτό βγάζει νόημα. Ένα βρέφος που μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον στο οποίο δεν είναι ασφαλές πρέπει να νιώθει πολύ έντονα την έλλειψη ασφάλειας που το περιβάλλει. Στο κάτω κάτω μπορεί να σημαίνει τη διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου. Η εκπαίδευση ύπνου, πάντως, είναι διαφορετική καθώς δεν υπάρχει κάποια πραγματική απειλή εις βάρος του βρέφους αν και το βρέφος δεν το γνωρίζει αυτό στην πραγματικότητα…

Γνωρίζουμε, επίσης, ότι οι επιπτώσεις του στρες ξεκινάνε πολύ νωρίς και ακόμα και μέτρια επίπεδα άγχους μπορούν να επηρεάσουν την ανάπτυξη. Για παράδειγμα, οι μητέρες που παρουσιάζουν υψηλότερα επίπεδα κορτιζόλης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης έχουν παιδιά με περισσότερα συμπεριφορικά προβλήματα σε σχέση με αυτά των οποίων οι μητέρες παρουσιάζουν χαμηλότερα επίπεδα κορτιζόλης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης [10].  Περιέργως, αυτά τα υψηλά επίπεδα κορτιζόλης δε σχετίζονται με την αίσθηση του στρες που νιώθει η μητέρα, αλλά, αποτελούν βιολογικούς δείκτες, ανεξάρτητα από τον τρόπο αντιμετώπισης.

`Τώρα, όπως με κάθε εξελικτικό στοιχείο, υπάρχουν δύο πιθανότητες: 1) Το συγκεκριμένο αποτέλεσμα (ανεβασμένα επίπεδα κορτιζόλης) είναι ένα υποπροϊόν που δε βλάπτει ούτε ωφελεί ή (2) Το αποτέλεσμα είναι θετικό για την ανάπτυξή μας. Αν η τρίτη εκδοχή -η αρνητική επίπτωση στους ανθρώπους- ήταν αληθής, θα είχαμε εξελιχθεί ώστε να απαλείψουμε αυτό το στοιχείο καθώς έτσι δουλεύει η εξέλιξη. Τώρα πρέπει να αναρωτηθούμε αν η περίοδος της υπο-απόκρισης είναι ένα καλό ή επιβλαβές στοιχείο.

Η υπόθεσή μας είναι ότι είναι θετικό, ή μάλλον το αναμενόμενο. Αρχικά, παρατηρώντας τα ακραία παραδείγματα παραμέλησης και κακοποίησης, παρατηρούμε τον ρόλο της κορτιζόλης στην ανάπτυξη του εγκεφάλου. Επιπλέον, καθώς έρευνες εξετάζουν όλο και περισσότερο  τα αποτελέσματα της κορτιζόλης στην ανάπτυξη, βλέπουμε  «μέτρια αρνητικά» η «φυσιολογικά» οικογενειακά ή παιδικά γεγονότα να οδηγούν σε χειρότερη ανάπτυξη και σε λιγότερο ασφαλή δεσμό μεταξύ παιδιού και γονιών [11][12]. Επί παραδείγματι, μια πρόσφατη έρευνα που μελετούσε τα αποτελέσματα της γονεϊκής σύγκρουσης στην γνωστική ανάπτυξη του παιδιού [11] βρήκε ότι υπάρχει αρνητική σχέση μεταξύ του βαθμού της γονεϊκής σύγκρουσης που βιώνεται από το παιδί στα 8 του χρόνια και της ικανότητας να ρυθμίζει και να ελέγχει τα συναισθήματα και την προσοχή του στην ηλικία των 9 ετών, γεγονός που συνδέεται επίσης με πιο αργή ανάπτυξη των γνωστικών δεξιοτήτων (δείτε το αντίστοιχο άρθρο μας). Δεύτερον, η περίοδος υπο-απόκρισης συμβαίνει κατά τη διάρκεια της κορύφωσης της νευρολογικής ανάπτυξης (τα 3 πρώτα χρόνια της ζωής)- ειδικά για περιοχές του εγκεφάλου που συνδέονται με τη συναισθηματική και κοινωνική επεξεργασία [13] (η γνωστική ανάπτυξη συνεχίζει να εξελίσσεται μέχρι το τέλος της εφηβείας). Συγκεκριμένα, οι περιοχές του εγκεφάλου που συνδέονται με την εμφάνιση του στρες είναι η αμυγδαλή [8], οι μεταιχμιακές δομές του εγκεφάλου[8] και η λευκή ουσία [7]. (Για μια πολύ καλή επισκόπηση της ανάπτυξης του εγκεφάλου τα τρία πρώτα χρόνια της ζωής δείτε εδώ). Δεδομένης της προαναφερθείσας σχέσης ανάμεσα στο σοβαρό, χρόνιο στρες και τα μετέπειτα αποτελέσματα, αποτελεί καθόλου έκπληξη το γεγονός ότι ο εγκέφαλος προσπαθεί να αυτοπροστατευτεί;   Φυσικά, υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο παροδικό στρες και τη χρόνια κακοποίηση, αλλά ο συνδυασμός του τι αναπτύσσεται κατά τη συγκεκριμένη περίοδο και της ύπαρξης της υπο-απόκρισης υποδηλώνει ότι ο κύριος στόχος της γονεϊκότητας είναι η προσπάθεια να αποφευχθούν αυτοί οι στρεσογόνοι παράγοντες κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου. Τρίτον, οι συμπεριφορές ή οι περιστάσεις που προκαλούν απότομες αυξήσεις των επιπέδων της κορτιζόλης στη βρεφική ηλικία (κατά τη διάρκεια της υποαπόκρισης) είναι ο μέτριος ή σοβαρός πόνος, η κακοποίηση, η παραμέληση ή η εγκατάλειψη από τον φροντιστή χωρίς να υπάρξει αντικαταστάτης που να ανταποκρίνεται. Πράγματι, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως αν αυτός/αυτή που φροντίζει το παιδί βρίσκεται με το παιδί και ανταποκρίνεται στις ανάγκες του, τότε το παιδί μπορεί να βιώνει μέτριο πόνο ή να κλαίει πάρα πολύ, αλλά, δεν υπάρχει σύνδεση ανάμεσα σε αυτό το κλάμα και τη φυσιολογία (τα επίπεδα κορτιζόλης)[3]. Αυτός είναι ο λόγος που συμβουλεύουμε τους γονείς να παρηγορούν τα μωρά τους ακόμα και αν φαίνεται ότι παραμένουν απαρηγόρητα και ότι αυτή η συμπεριφορά από την πλευρά των γονιών ευνοεί τα παιδιά. Όπως εύστοχα έγραψαν οι νευροεπιστήμονες Megan Gunnar και Bonny Donzella [2]:

“Το λειτουργικό αποτέλεσμα της ευαίσθητης, προσεκτικής και με ανταπόκριση φροντίδας είναι ότι επιτρέπει στα παιδιά να εκφράσουν και να βιώσουν συναισθήματα δυσφορίας, και να τα δηλώσουν με τέτοιο τρόπο ώστε οι γονείς τους να τα βοηθήσουν χωρίς να προκληθούν αυξήσεις των γλυκορτικοειδών”(p. 207)

Κάνοντας εκπαίδευση ύπνου οι γονείς παρέχουν στα παιδιά τους πληροφορίες που μάλλον δε θα ήθελαν να παράσχουν, όπως ότι ο κόσμος δεν είναι τόσο ασφαλής όσο θέλουμε να πιστεύουν τα παιδιά μας ή ότι είναι μόνα τους κατά τη διάρκεια δύσκολων και τρομακτικών περιόδων.

Συμπεράσματα

Αν αναλογιστούμε την εκπαίδευση ύπνου μέσα στο χρονικό πλαίσιο της περιόδου της υπο-απόκρισης, μας  προκύπτουν κάποιες σημαντικές και πιθανώς ενοχλητικές ιδέες. Πρώτον, έχουμε την επίγνωση ότι η εκπαίδευση ύπνου είναι ακριβώς αυτό που προκαλεί αυτό το είδος της απότομης αύξησης κορτιζόλης το οποίο είναι σχεδόν απίθανο να παρατηρηθεί στα βρέφη και τα πολύ μικρά παιδιά. Παρά το ότι οι περισσότεροι από εμάς θεωρούμε ότι το κλάμα = στρες και ότι το μη κλάμα ≠ στρες, δεν είναι τόσο απλό. Για περίπου έναν χρόνο παρατηρείται μια συμπεριφορική-βιολογική  έλλειψη συνοχής με τα βρέφη να εκφράζονται κλαίγοντας, αλλά μην εμφανίζοντας ταυτόχρονα μια αντίστοιχη αύξηση κορτιζόλης. Αυτό είναι κάτι σημαντικό που οι γονείς πρέπει να καταλάβουν γιατί μπορεί να διώξει του δισταγμούς τους ως προς το να ανταποκρίνονται στα παιδιά τους όταν είναι δύσκολο. Γνωρίζοντας ότι η παρηγοριά  προς τα βρέφη σχετίζεται με χαμηλά επίπεδα κορτιζόλης, είναι πιο πιθανό να γίνει πιο εύκολο για έναν γονιό να βοηθήσει και να ηρεμήσει το μωρό του. Δεύτερον, μια ανησυχία που οι περισσότεροι γονείς έχουν είναι ότι ο ελλιπής ύπνος συνδέεται με υψηλά επίπεδα κορτιζόλης. Παρά το ότι είναι αποδεδειγμένο ότι ο λίγος ύπνος των ενηλίκων είναι συνδεδεμένος με μια αύξηση των επιπέδων της κορτιζόλης[14], ο ορισμός του ελλιπή ύπνου στη βρεφική ηλικία είναι τελείως διαφορετικός. Πράγματι, μακρόχρονες μελέτες έχουν ανακαλύψει ότι τα είδη προβλημάτων ύπνου για τα οποία παραπονιούνται οι γονείς είναι  μια τελείως φυσιολογική κατάσταση για τα μωρά και δε συνδέονται με μακροχρόνια προβλήματα ύπνου.[15,16].  Θα υπάρχουν κάποια βρέφη που θα παρουσιάσουν σημάδια έλλειψης ύπνου ή άλλες συμπεριφορές που μπορεί να προβληματίζουν, αλλά σχεδόν πάντα οφείλονται σε τρίτα προβλήματα ποικίλης αιτιολογίας όπως προβλήματα με τον θηλασμό ή την τροφή ή άλλα ζητήματα υγείας. Με αυτό το δεδομένο, οι γονείς θα έπρεπε να αναζητήσουν τη ρίζα του προβλήματος ύπνου του παιδιού τους αντί να προσπαθούν να «θεραπεύσουν» το σύμπτωμα. Τρίτον, αν δεχτούμε ότι υπάρχει ένας εξελικτικός λόγος για αυτήν την περίοδο και για το ότι η έλλειψη ανταπόκρισης αποτελεί το κλειδί για την πρόκληση των απότομων αυξήσεων των επιπέδων κορτιζόλης, πρέπει να αναζητήσουμε εναλλακτικές για τις οικογένειες που πρέπει να αλλάξουν συνήθειες. Αν ξεφορτωθούμε την εκπαίδευση ύπνου,τι μας απομένει; Στην πραγματικότητα, πολλά. Υπάρχουν  εναλλακτικές που περιλαμβάνουν ενσυναίσθηση και τρυφερότητα (δείτε εδώ μια λίστα εναλλακτικών)  και παρά το ότι δεν θα παράσχουν στο παιδί σας έναν 12ωρο ανεμπόδιστο ύπνο (αυτός άλλωστε δεν είναι ένας ρεαλιστικός στόχος γιατί ελάχιστα παιδιά κοιμούνται έτσι γιατί αυτό δεν είναι το φυσιολογικό για την ηλικία τους και αποτελούν την εξαίρεση στον κανόνα) θα βοηθήσουν σε έναν καλύτερο ύπνο. Επιπροσθέτως, κανείς από αυτούς δε θα επιφέρει αποτελέσματα μέσα σε μια νύχτα -χρειάζονται χρόνο- αλλά δεδομένου ότι οι μέθοδοι εκπαίδευσης ύπνου συχνά απαιτούν περισσότερο χρόνο και αποτυγχάνουν σε τεράστιο βαθμό, μάλλον κερδίζετε χρόνο μακροπρόθεσμα μια που δε θα χρειαστεί να προσπαθήσετε αυτές τις μεθόδους ξανά από την αρχή.

Με λίγα λόγια, θα έπρεπε να λάβουμε υπόψη μας την επίδραση της κορτιζόλης κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης ύπνου ακόμα και αν απαιτείται περισσότερη έρευνα για να κατανοήσουμε πλήρως το σύνολο των επιπτώσεων, τις αλληλεπιδράσεις με άλλες μεταβλητές και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο παρατηρούνται αυτές οι επιπτώσεις. Επίσης, υπάρχει ανάγκη να μάθουν όλο και περισσότεροι γονείς για την περίοδο της υπο-απόκρισης και για την ασυνέχεια ανάμεσα σε συμπεριφορά και βιολογική αντίδραση που παρουσιάζουν τα βρέφη. Έτσι θα κατανοήσουν πόσο σημαντικό ρόλο παίζουν στο να παρηγορήσουν και να ηρεμήσουν ένα μωρό που φαίνεται απαρηγόρητο. Όταν οι γονείς αισθάνονται ότι βοηθάνε τα παιδιά τους ακόμα και όταν κανένα εξωτερικό σημάδι δε φανερώνει κάτι τέτοιο, τα βοηθάνε όντως και δεν έχουν την αίσθηση ότι οι ίδιοι είναι ανήμποροι ή ότι δεν ξέρουν πώς να προσφέρουν τη βοήθειά τους.

_____________________________________

[1] Middlemiss W, Granger DA, Goldberg WA, Nathans L.  Asynchrony of mother-infant hypothalamic-pituitary-adrenal axis activity following extinction of infant crying responses induced during the transition to sleep.  Early Human Development 2012; 88: 227-32.

[2] Gunnar MR, Donzella B.  Social regulation of the cortisol levels in early human development. Psychoneuroendocrinology 2002; 27: 199-220.

[3] Gunnar M, Quevedo K.  The neurobiology of stress and development.  Annual Reviews of Psychology2007; 58: 145-73.

[4] Gunnar MR. Social regulation of stress in early childhood. In K. McCartney & D. Phillips (Eds.),Blackwell Handbook of Early Childhood Development (pp. 106-125). Malden: Blackwell Publishing, 2006.

[5] Gunnar MR, Larson M, Hertsgaard L, Harris M, Brodersen L.  The stressfulness of separation among 9-month-old infants: effects of social context variables and infant temperament.  Child Development 1992; 63: 290-303.

[6] Bayart F, Hayashi KT, Faull KF, Barchas JD, Levine S.  Influence of maternal proximity on behavioral and psychological responses to separation in infant rhesus monkeys (Macaca mulatta). Behavioral Neuroscience 1990; 104: 98-107.

[7] Bick J, Zhu T, Stamoulis C, Fox NA, Zeanah C, Nelson CA.  Effect of early institutionalization and foster care on long-term white matter development.  JAMA Pediatrics 2015; DOI: 10.1001/jamapediatrics.2014.3212

[8] Hanson JL, Nacewicz BM, Sutterer MJ, Cayo AA, Schaefer SM, et al. Behavior problems after early life stress: contributions of the hippocampus and amygdala.  Biological Psychiatry 2014; DOI: 10.1016/j.biopsych.2014.04.020

[9] http://earthweareone.com/brain-scans-show-the-real-impact-love-has-on-a-childs-brain/

[10] Robinson M, Mattes E, Oddy W, Pennell C, van Eekelen A, Mclean N, et al. Prenatal stress and risk of behavioral morbidity from age 2 to 14 years: the influence of the number, type, and timing of stressful life events. Development and Psychopathology 2011; 23: 155-168.

[11] Hinnant JB, El-Shiekh M, Keiley M, Buckhalt JA.  Marital conflict, allostatic load, and the development of children’s fluid cognitive performance.  Child Development 2013; 84: 2003-14.

[12] http://www.sciencedaily.com/releases/2014/08/140805132254.htm

[13] Petchel P, Pizzagalli DA.  Effects of early life stress on cognitive and affective function: an integrated review of human literature.  Psychopharmacology 2011; 214: 55-70.

[14] Leproult R, Copinschi G, Buxton O, Van Cauter E.  Sleep loss results in an elevation of cortisol levels the next evening.  Sleep 1997; 20: 865-70.

[15] Weinraub M, Bender RH, Friedman SL, Susman EJ, Knoke B, et al.  Patterns of developmental change in infants’ nighttime sleep awakenings from 6 through 36 months of age.  Developmental Psychology 2012; 48: 1511-28.

[16] Hysing M, Harvey AG, Torgersen L, Ystrom E, Reichborn-Kjennerud T, Siversten B.  Trajectories and predictors of nocturnal awakenings and sleep duration in infants.  Journal of Developmental and Behavioural Pediatrics 2014; 35: 309-16.

[17] Loutzenhiser L, Hoffman J, Beatch J.  Parental perceptions of the effectiveness of graduated extinction in reducing infant night-wakings.  Journal of Reproductive and Infant Psychology 2014; DOI: 10.1080/02646838.2014.910864

 Πηγή  : http://evolutionaryparenting.com
Αποσπάσματα από το άρθρο.
Φωτογραφία : Louder-by-Markus-Reinhardt-on-Flickr.jpg

Μοιραστείτε το